Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Η ΓΕΝΕΣΙΣ - Οδυσσέα Ελύτη


Στην αρχη το φως και η ωρα η πρωτη
που τα χειλη ακομη στον πηλο
δοκιμαζουν τα πραγματα του κοσμου
Αιμα πρασινο και βολβοι στη γη χρυσοι
Πανωραια στον υπνο της απλωσε και η θαλασσα
γαζες αιθερος τις αλευκαντες
κατω απο τις χαρουπιες και τους μεγαλους ορθιους φοινηκες
Εκει μονος αντικρισα
τον κοσμο
κλαιγοντας γοερα
Η ψυχη μου ζητουσε Σηματωρο και Κηρυκα
Ειδα τοτε θυμαμαι
τις τρεις Μαυρες Γυναικες
2.
vα σηκωνουν τα χερια κατα την Ανατολη
Χρυσωμενη τη ραχη τους και το νεφος που αφηναν
λιγο-λιγο σβηνοντας
δεξια Και φυτα σχηματων αλλων
Ηταν ο ηλιος με τον αξονα του μεσα μου
πολυαχτιδος ολος που καλουσε Και
αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες τη φωτια Ο ακοπος απ' τον ουρανο
Ενιωσα ηρθε κι εσκυψε
πανω απο το λικνο μου
ιδια η μνημη γιναμενη παρον
τη φωνη πηρε των δεντρων, των κυματων:
"Εντολη σου, ειπε, αυτος ο κοσμος
και γραμμενος μες τα σπλαχνα σου ειναι
Διαβασε και προσπαθησε
και πολεμησε" ειπε
"Ο καθεις και τα οπλα του" ειπε
Και τα χερια του απλωσε οπως κανει
νεος δοκιμος Θεος για να πλασει μαζι αλγηδονα3 και ευφροσυνη.
Πρωτα συρθηκαν με δυναμη
και ψηλα πανω απο τα μπεντενια ξεκαρφωθηκαν πεφτοντας
οι Εφτα Μπαλταδες
κατα πως η καταιγιδα
στο σημειο μηδεν οπου ευωδιαζει
απ' αρχης παλι ενα πουλι
καθαρο παλιννοστουσε το αιμα
και τα τερατα επαιρναν την οψη του ανθρωπου
Τοσο ευλογο το Ακατανοητο
Ψστερα και οι ανεμοι ολης της φαμιλιας μου εφτασαν
τ' αγορια με τα φουσκωμενα μαγουλα
και τις πρασινες ουρες ομοια Γοργονες
και οι αλλοι γεροντες γνωριμοι παλαιοι οστρακοδερμοι γενειοφοροι
Και το νεφος εχωρισαν στα δυο Και αυτο παλι στα τεσσερα
και το λιγο που απομεινε φυσηξαν στο Βορρα
Με πλατυ πατησε ποδι στα νερα και αγερωχος ο μεγας Κούλες4
Η γραμμη του οριζοντα ελαμψε
ορατη και πυκνη και αδιαπεραστη
ΑΥΤΟΣ ο πρωτος υμνος

ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες τη φωτια Ο Αχειροποιητος
με το δαχτυλο εσυρε τις μακρινες
γραμμες
ανεβαινοντας καποτε ψηλα με οξυτητα
και φορες πιο χαμηλα οι καμπυλες απαλες
μια μεσα στην αλλη
στεριες μεγαλες που ενιωσα
να μυριζουνε χωμα οπως η νοηση
Τοσο ηταν αληθεια
που πιστα μ' ακολουθησε το χωμα
εγινε σε μεριες κρυφες πιο κοκκινο
και αλλου με πολλες μικρες πευκοβελονες
Υστερα πιο νωχελικα
οι λοφοι οι κατωφερειες
αλλοτε και το χερι αργο σε αναπαυση
τα λαγκαδια οι καμποι
κι αξαφνα παλι βραχοι αγριοι και γυμνοι
δυνατες πολυ παρορμησεις
Μια στιγμη που εσταθηκε να στοχαστει
κατι δυσκολο ή κατι το υψηλο:
ο Ολυμπος, ο Ταϋγετος
"Κατι που να σου σταθει βοηθος
και αφου πεθανεις" ειπε
Και στις πετρες μεσα τραβηξε κλωστες
κι απ' τα σπλαχνα της γης ανεβασε σχιστολιθο
ενα γυρο σ' ολη την πλαγια τα πλατια στερεωσε σκαλοπατια
Εκει μονος απιθωσε
κρηνες5 λευκες μαρμαρινες
μυλους ανεμων
τρουλους ροδινους μικρους
και ψηλους διατρητους περιστεριωνες
Αρετη6 με τις τεσσερις ορθες γωνιες
Κι επειδη συλλοστηκεν ωραια που ειναι στην αγκαλια ο ενας του αλλου
γεμισαν ερωτα οι μεγαλες γουρνες
αγαθα σκυψανε τα ζωα μοσκαρια και αγελαδες
σα να μη ητανε στον κοσμο πειρασμος κανενας
και να μη ειχαν γινει ακομη τα μαχαιρια
"Η ειρηνη θελει δυναμη να την αντεξεις" ειπε
και στροφη γυρω του κανοντας μ' ανοιχτες παλαμες εσπειρε
φλομους κροκους καμπανουλες
ολων των ειδων της γης τ' αστερια
τρυπημενα στο ενα φυλλο τους για σημειο καταγωγης
και υπεροχή και δυναμη

ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας!
ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακουσω αγερα ή μουσικη
που κινουσα σε ξαγναντο να βγω
(μιαν απεραντη κοκκινη αμμο ανεβαινα
με τη φτερνα μου σβηνοντας την Ιστορια)
παλευα τα σεντονια Ηταν αυτο που γυρευα
και αθωο και ριγηλο σαν αμπελωνας
και βαθυ και αχαραγο σαν η αλλη οψη τ' ουρανου
Κατι λιγο ψυχης μεσα στην αργιλλο
Τοτε ειπε και γεννηθηκεν η θαλασσα
και ειδα και θαυμασα
Και στη μεση της εσπειρε κοσμους μικρους κατ' εικονα και ομοιωση μου:
Ιπποι πετρινοι με τη χαιτη ορθη
και γαληνιοι αμφορεις
και λοξες δελφινιων ραχες
η Ιος η Σικινος η Σεριφος η Μηλος
"Καθε λεξη κι απο 'να χελιδονι
για να σου φερνει την ανοιξη μεσα στο θερος" ειπε
Και πολλα τα λιοδεντρα
που να κρησαρουν7 στα χερια τους το φως
κι ελαφρο v' απλωνεται στον υπνο σου
και πολλα τα τζιτζικια
που να μην τα νιωθεις
οπως δε νιωθεις το σφυγμο στο χερι σου
αλλα λιγο το νερο
για να το 'χεις Θεο και να κατεχεις τι σημαινει ο λογος του
και το δεντρο μοναχο του
χωρις κοπαδι
για να το κανεις φιλο σου
και να γνωριζεις τ' ακριβο του τ' ονομα
φτενο στα ποδια σου το χωμα
για να μην εχεις που ν' απλωσεις ριζα
και να τραβας του βαθους ολοενα
και πλατυς επανου ο ουρανος
για να διαβαζεις μονος σου την απεραντοσυνη

ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας!
"ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ αυτον αναγκη να τον βλεπεις και να τον λαβαινεις"
ειπε: Κοιταξε! Και τα ματια μου εριξαν τη σπορα
γρηγορωτερα τρεχοντας κι απο βροχη
τα χιλιαδες απατητα στρεμματα
Σπιθες ριζα μες το σκοτος πιανοντας και νερων άξαφνων πιδακες
Η σιγη που εκχερσωνα για ν' αποθεσω
γονους φθογγων και χρησμων φυτρα χρυσα
Το ξιναρι ακομη μες τα χερια μου
τα μεγαλα ειδα κοντοποδα φυτα, γυριζοντας το προσωπο
άλλα υλακωντας άλλα βγαζοντας τη γλωσσα:
Να το σπαραγγι να ο ριθιος
να το σγουρο περσεμολο
το τζεντζεφυλλι και το πελαργονι
ο στυφνος και το μαραθο
Οι κρυφες συλλαβες οπου πασχιζα την ταυτοτητα μου ν' αρθρωσω
"Ευγε, μου ειπε, και αναγνωση γνωριζεις
και πολλα μελλει να μαθεις
αν το Ασημαντο εμβαθυνεις
Και μια μερα θα 'ρθει βοηθους ν' αποκτησεις
Θυμησου:
τον αγχεμαχο Ζεφυρο, το ερεβοκτονο ροδι
τα φλεγομενα ωκυποδα φιλια"
Και ο λογος του χαθηκε σαν ευωδια
Η ωρα εννια χτυπησε περδικα τη βαθεια καρδια της ευφωνιας
αλληλεγγυα σταθηκαν τα σπιτια
και μικρα και τετραγωνα
με καμάρα λευκη και λουλακί πορτοφυλλο
Κατω απ' την κληματαρια
ωρες εκει ρεμβασα
με μικρα-μικρα τιτυβισματα
κοασμους, τρυσμους, το μακρινο κουκουρισμα:
Να το πιπινι να το λελεκι
να το γυφτοπουλι
ο νυχτοπατης και η νεροκοτα
ηταν και ο μπομπιρας εκει και το αλογακι8 που λεν της Παναγιας
Η στερια με τα σκελη μου γυμνα στον ηλιο
και παλι οι δυο θαλασσες
και η τριτη αναμεσα - λεμονιες κιτριες μανταρινιες -
και ο αλλος μαϊστρος με τ' απανω του υψηλο μπογαζι9
αλλοιωνοντας τ' οζονιο10 τ' ουρανου
Χαμηλα στων φυλλων τον πυθμενα
η τριβιδα η λεια
τ' αυτακια των ανθων
κι ο θαλλος ο αδημονωντας και ειναι

ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας


Υστερα και το φλοισβο ενοησα και τον μακρυ ατελειωτο ψιθυρο των δεντρων
Ειδα πανω στο μολο αραδιασμενα τα κοκκινα σταμνια
και πιο σιμα στο ξυλινο παραθυροφυλλο
κει που κοιμομουνα με το 'να πλάι
λαλησε πιο δυνατα ο βοριας
Και ειδα
Κορες ομορφες και γυμνες και λειες ωσαν το βοτσαλο
με το λιγο μαυρο στις κοχες των μηρων
και το πολυ και πλουσιο ανοιχτο στις ωμοπλατες
να φυσουν ορθιες μεσα στην Κοχυλα
και αλλες γραφοντας με κιμωλια
λογια παραξενα, αινιγματικα:
ΡΩΕΣ; ΑΛΑΣΘΑΣ, ΑΡΙΜΝΑ,
ΟΛΗΙΣ, ΑΪΑΣΑΝΘΑ; ΥΕΛΤΗΣ11
μικρες φωνες πουλιων και υακινθων
ή αλλα λογια του Ιουλιου
Σημαινοντας οι εντεκα
πεντε οργιες του βαθους
περκες γοβιοι σπαροι
με πελωρια σβαραχνα12 και κοντες πρυμναιες ουρες
Ανεβαινοντας εβρισκα σπογγους
και σταυρους θαλασσης
και λιγνες αμιλητες ανεμωνες
και πιο ψηλα στα χειλη του νερου
πεταλιδες τριανταφυλλιες
και μισανοιχτες πίνες και αρμυρήθρες
"Ακριβα λογια, μου ειπε, ορκοι παλαιοι
που εσωσε ο Καιρος και η σιγουρη ακοη των μακρυνων ανεμων"
Και σιμα στο ξυλινο παραθυροφυλλο
κει που κοιμομουνα με το 'να πλάι
δυνατα στο στηθος μου εσφιξα το μαξιλαρι
και τα ματια μου δακρυα γιοματα
Ημουν στον εκτο μηνα των ερωτων
και στα σπλαχνα μου σαλευε σπορος ακριβος

ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας

"ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΑ θα δεις την ερημια και θα της δωσεις το δικο σου νοημα, ειπε
Πριν απο την καρδια σου 'θα 'ναι αυτη
και μετα παλι αυτη θ' ακολουθησει
Τουτο μονο να ξερεις:
Ο,τι σωσεις μες στην αστραπη καθαρο στον αιωνα θα διαρκεσει"
Και ψηλα πολυ πανω απ' τα κυματα
εστησε τα χωρια των βραχων
Εκει σκονη εφτανε ο αφρος
άπλερη γιδα ειδα να γλειφει τις ρωγμες
με το ματι λοξο και το λιγο κορμι σα χαλαζιας
Εζησα τις ακριδες και τη διψα και τα τραχια στις αρμοσιες τους δαχτυλα
χρονους τακτους οσους η Γνωση οριζει
Στα χαρτια σκυφτος και στα βιβλια τ' απυθμενα
με σκοινι λιανο κατεβαινοντας
νυχτες και νυχτες
το λευκο αναζητησα ως την υστατη ενταση
του Μαυρου Την ελπιδα ως τα δακρυα
Τη χαρα ως την ακρα απογνωση
Να σταλθει βοηθεια τοτε κριθηκε η στιγμη
και ο κληρος επεσε στις βροχες
κελαρυσανε ολη μερα ρυακια
ετρεξα σαν τρελος
στις πλαγιες εσχισα σχινο και πολυ μυρτο μες στη φουχτα μου εδωσα
να δαγκασουνε οι πνοες
"Η αγνοτητα, ειπε, ειναι αυτη
στις πλαγιες το ιδιο και στα σπλαχνα σου"
Και τα χερια του απλωσε οπως κανει
γεροντας γνωστικος Θεος για να πλασει μαζι πηλο και ουρανοσυνη
Λιγο μολις πυραχτωσε τις κορφες
αλλ' αδαγκωτο πρασινο στις ρεματιες το χορτο καρφωσε
μεντα λεβαντα λουιζα
και μικρες πατημασιες αρνιων
ή αλλου παλι απο τα υψη πεφτοντας
οι ψιλες κλωστες το ασημι, δροσερα μαλλια κοπελας που ειδα και που εποθησα
Υπαρκτη γυναικα
"Η αγνοτητα, ειπε, ειναι αυτη"
και γεματος λαχταρα χάιδεψα το σωμα
φιλια δοντια με δοντια· υστερα ενας μεσ στον αλλο
Τρικυμισα
οπως καβος πατησα βαθεια
που αερα πηρανε οι σπηλιες
Ηχω με το λευκο σανταλι περασε μια στιγμη
γοργα κατω απο τα νερα η ζαργανα
και ψηλα το λοφο εχοντας ποδι Και τον ηλιο κεφαλι κερασφορο13
ν' ανεβαινει Αβαδιστος ειδα Ο Μεγας Κριος
Και αυτος αληθεια που ημουνα Ο πλολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες στην φωτια Ο ακοπος απ' τον ουρανο
ψιθυρισε οταν ρωτησα:
-Τι το καλο; Τι το κακο;
- Ενα σημειο Ενα σημειο
και σ' αυτο πανω ισορροπεις και υπαρχεις
κι απ' αυτο πιο περα ταραχη και σκοτος
κι απ'αυτο πιο πισω βρυγμος των αγγελων
-Ενα σημειο Ενα σημειο
και σ' αυτο μπορεις απεραντα να προχωρησεις
ή αλλιως τιποτε δεν υπαρχει πια
Και ο ζυγος που, ανοιγοντας τα χερια μου, εμοιαζε
να ζυγιαζει το φως και το ενστικτο ητανε

ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας !

ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΩΡΕΣ γυριζαν οπως οι μερες
με πλατια μενεξεδενια φυλλα στο ρολόι του κηπου
Δειχτης ημουν εγω
Τριτη Τεταρτη Πεμπτη
ο Ιουνιος ο Ιουλιος ο Αυγουστος
Εδειχνα την αναγκη που μου ερχοταν άρμη
καταπροσωπο Εντομα κοριτσιων
Μακρινες αστεροπες της Ιριδας -
"Ολα τουτα καιρος της αθωοτητας
ο καιρος του σκυμνου και του ροδαμου
ο πολυ πριν την αναγκη" μου ειπε
Και τον κινδυνο εσπρωξε με το 'να δαχτυλο
Στην κορφη του καβου φορεσε μελανο φρυδι
Απο μερος αγνωστο φωσφορο εχυσε
"Για να βλεπεις, ειπε, απο μεσα
στο κορμι σου φλεβες καλιο, μαγγανιο
και τ' αποτιτανωμενα
παλαια καταλοιπα του ερωτα"
Και πολυ τοτε σφιχθηκε η καρδια μου
ηταν το πρωτο τριξιμο του ξυλου μεσα μου
μιας νυχτος που εσιμωνε ισως
η φωνη του γκιωνη
καποιου που ειχε σκοτωθει
το αιμα γυριζοντας πανω στον κοσμο
Ειδα περα, μακρια, στην ακρα της ψυχης μου
μυστικα να διαβαινουνε
φαροι ψηλοι ξωμαχοι Στους γκρεμους τραβερσωμενα καστρα
Τ' αστρο της τραμουντανας Την αγια Μαρινα14 με τα δαιμονικα
Και πολυ πιο βαθια πισω απ' τα κυματα
στο Νησι με τους κολπους των Ελαιωνων15
Μια στιγμη μου εφανηκε θωρουσα Εκεινον
που το αιμα του εδωσε για να σαρκωθω
τον τραχυ του Αγιου16 δρομο ν' ανεβαινει
μια φοραν ακομη
Μια φοραν ακομη
στα νερα της Γερας ν' ακουμουμπα τα δαχτυλα
και τα πεντε ν' αναβουνε χωρια
ο Παπαδος ο Πλακαδος ο Παλαιοκηπος
ο Σκοπελος και ο Μεγαρος17
εξουσια και κληρος της γενιας μου.
"Αλλα τωρα, ειπε, η αλλη σου οψη
αναγκη ν' ανεβει στο φως"
και πολυ πριν με το νου μου βαλω
ή σημαδι φωτιας ή σχημα ταφου
Κατα κει που δεν εσωνε κανεις να δει
με τα χερια εμπρος του
σκυβοντας
τα μεγαλα ετοιμασε Κενα στη γη
και στο σωμα του ανθρωπου:
το κενο του Θανατου για το βρεφος το ερχομενο
το κενο του φονικου για τη Δικαια κριση
το κενο της Θυσιας για την ιση Ανταποδοση
το κενο της Ψυχης για την Ευθυνη του Αλλου
Και η Νυχτα πανσες
παλιας
πριονισμενης απο νοσταλγια Σεληνης
με του ερημου μυλου τα χαλασματα και την ακακη ευωδια της κοπρου
πηρε μερος μεσα μου
Διαστασεις αλλαξε στα προσωπα· μοιρασε αλλιως τα βαρη
Το σκληρο μου σωμα ηταν η αγκυρα κατεβασμενη μεσα στους ανθρωπους
οπου ηχος αλλος κανεις
μονο γδουποι γοοι και κοπετοι
και ρωγμες επανω στην αναστροφη οψη
Ποιας φυλης ο γονος νά 'μουν
τοτε μονο εννοησα
που η σκεψη του Αλλου
διαγωνια σαν ακμη γυαλιου
και Ορθον ως περα με χαραζε
Ειδα μεσα μου στα σπιτια καθαρα σαν να μην ηταν τοιχοι
με το λυχνο στο χερι να περνουν γεροντισσες
τα χαρακια στο μετωπο και στο ταβανι
και αλλοι νεοι με το μουστακι που εζωναν αρματα στη μεση τους
αμιλητοι
δυο δαχτυλα πανω στη λαβη
εδω και αιωνες.
"Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι
και δεν γινεται Αυτοι χωρις Εσενα
και δε γινεται μ' Αυτους χωρις, Εσυ
Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι
και αναγκη πασα να τους αντικρισεις
η μορφη σου αν θελεις ανεξαλειπτη να 'ναι
και να μεινη αυτη.
Επειδη πολλοι φορουν το μελανο πουκαμισο
και οι αλλοι μιλουν τη γλωσσα των χοιρογρυλλιων
και ειναι οι Ωμοφαγοι και οι Αξεστοι του Νερου
οι Σιτοφοβοι και οι Πελδινοι18 και οι Νεοκονδορες
ορμαθος19 και αριθμος των ακρων του σταυρου
της Τετρακτιδος.
Αν αληθεια κρατησεις και τους αντικρισεις, ειπε,
η ζωη σου θ' αποκτησει αιχμη και θα οδηγησεις, ειπε
Ο καθεις και τα οπλα του, ειπε
Και αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες στη φωτια Ο ακοπος απ' τον ουρανο
Περασε μεσα μου Εγινε
αυτος που ειμαι
Η ωρα τρεις της νυχτας
λαλησε μακρια πανω απ' τα παραπηγματα
ο πρωτος πετεινος
Ειδα για μια στιγμη τους Ορθιους Κιονες τη Μετωπη με τα Ζωα Δυνατα
και ανθρωπους φερνοντας Θεογνωσια
Πηρε οψη ο Ηλιος Ο Αρχαγγελος αει δεξια μου

ΑΥΤΟΣ εγω λοιπον
και ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου