Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

ένα παιδί για την αιωνιότητα


Απόσπασμα από το βιβλίο …

«Μαθαίνοντας ότι ο Εμμανουήλ, το παιδί που περιμένει, έχει προσβληθεί από θανάσιμη χρωμοσωμική ανωμαλία, η Ιζαμπέλ ντε Μεζεράκ αποφάσισε να αντιμετωπίσει την κατάσταση।

Υπήρχε λύση, την οποία ο νόμος επιτρέπει και οι γιατροί προτείνουν: διακοπή της εγκυμοσύνης για σοβαρούς ιατρικούς λόγους।

Λόγω της βαθιάς εσωτερικής σχέσης που είχε με το κυοφορούμενο παιδί της, αισθάνθηκε ότι η λύση αυτή θα αποτελούσε πηγή οδύνης … ότι υπό το πρόσχημα της εξάλειψης του προβλήματος, η λύση αυτή θα μεγέθυνε και θα διαιώνιζε τη δοκιμασία της…

…κι έτσι μπόρεσε να αντισταθεί στις πιέσεις του ιατρικού κατεστημένου και να φέρει στον κόσμο το παιδί της, να το δει να ζει, να αναπνέει και να πεθαίνει, ύστερα από μια σύντομη ζωή, που μπορεί να κράτησε κάτι περισσότερο από μία ώρα, έριξε όμως μια αχτίνα φωτός στη δοκιμασία της και της επέτρεψε όχι να σβήσει τη θλίψη, αλλά να βρει τη γαλήνη…

Η ίδια η μητέρα λέει: «Παραμείναμε ταπεινοί συνοδοιπόροι στον πονεμένο προορισμό του, χωρίς να γίνουμε αυτουργοί του προαγγελθέντος θανάτου του… Σταθήκαμε απέναντι στο παιδί μας με τον σεβασμό που αξίζει κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, ως ταπεινοί οφειλέτες και όχι ως τύραννοι-κυρίαρχοι…

Μπορούσα να παραμείνω διαθέσιμη γι αυτό το μωρό, μπορούσα να το συνοδεύσω μέχρι το τέλος της μικρής του ζωής, όπως αυτή είχε προγραμματιστεί… Θα ζούσε ολόκληρη τη ζωή του συντροφευμένο από τη στοργή μας και θα αποκοιμιόταν γλυκά για την άλλη… στην ώρα του, αμέσως μετά τον τοκετό ή αργότερα, ανάλογα με τις φυσικές του δυνατότητες να ζήσει αυτόνομα…

Θέλαμε να του αφήσουμε ολόκληρη τη μικρή ζωή του, το μόνο και μοναδικό πλούτο του, για να μπορέσει να ανακαλύψει την αγάπη μας… Παρά τη λύπη που μας διακατείχε, να μπορέσουμε να αγαπήσουμε μέχρι τέλους αυτόν, τον πληγωμένο της ζωής, να επιλέξουμε να τον κρατήσουμε έτσι όπως είναι, με τον πλούτο της παρουσίας του και το βάρος της αναπηρίας του… Εμείς ήμασταν εκεί για να τον συνοδεύσουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε στη ζωή του… Έπρεπε να τον αφήσουμε να φύγει…

Αποδεχτήκαμε το γεγονός ότι δεν μπορούσαμε να τον σώσουμε। Προετοιμάσαμε κι αυτόν γι αυτό που τον περίμενε, του είπαμε να μην φοβάται, τον βεβαιώσαμε ότι ποτέ δεν θα ήταν μόνος, αλλά ότι η αγάπη που ξεχείλιζε από την καρδιά μας θα τον ακολουθούσε μέχρι το δικό του «μετά»…

Ο Εμμανουήλ απόκτησε την υπόσταση του προσώπου γιατί κάποιοι τον αγάπησαν, γιατί σε κάποιων το βλέμμα παρέμεινε ένα ζωντανό πλάσμα, μία προσωπική ύπαρξη που δεν μηδενίστηκε και δεν εξισώθηκε με την ασθένειά του.

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Απόσπασμα από το βιβλίο

… «Μαθαίνοντας ότι ο Εμμανουήλ, το παιδί που περιμένει, έχει προσβληθεί από θανάσιμη χρωμοσωμική ανωμαλία, η Ιζαμπέλ ντε Μεζεράκ αποφάσισε να αντιμετωπίσει την κατάσταση.

Υπήρχε λύση, την οποία ο νόμος επιτρέπει και οι γιατροί προτείνουν: διακοπή της εγκυμοσύνης για σοβαρούς ιατρικούς λόγους.

Λόγω της βαθιάς εσωτερικής σχέσης που είχε με το κυοφορούμενο παιδί της, αισθάνθηκε ότι η λύση αυτή θα αποτελούσε πηγή οδύνης … ότι υπό το πρόσχημα της εξάλειψης του προβλήματος, η λύση αυτή θα μεγέθυνε και θα διαιώνιζε τη δοκιμασία της…

…κι έτσι μπόρεσε να αντισταθεί στις πιέσεις του ιατρικού κατεστημένου και να φέρει στον κόσμο το παιδί της, να το δει να ζει, να αναπνέει και να πεθαίνει, ύστερα από μια σύντομη ζωή, που μπορεί να κράτησε κάτι περισσότερο από μία ώρα, έριξε όμως μια αχτίνα φωτός στη δοκιμασία της και της επέτρεψε όχι να σβήσει τη θλίψη, αλλά να βρει τη γαλήνη…

Η ίδια η μητέρα λέει: «Παραμείναμε ταπεινοί συνοδοιπόροι στον πονεμένο προορισμό του, χωρίς να γίνουμε αυτουργοί του προαγγελθέντος θανάτου του…

Σταθήκαμε απέναντι στο παιδί μας με τον σεβασμό που αξίζει κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, ως ταπεινοί οφειλέτες και όχι ως τύραννοι-κυρίαρχοι…

Μπορούσα να παραμείνω διαθέσιμη γι αυτό το μωρό, μπορούσα να το συνοδεύσω μέχρι το τέλος της μικρής του ζωής, όπως αυτή είχε προγραμματιστεί… Θα ζούσε ολόκληρη τη ζωή του συντροφευμένο από τη στοργή μας και θα αποκοιμιόταν γλυκά για την άλλη… στην ώρα του, αμέσως μετά τον τοκετό ή αργότερα, ανάλογα με τις φυσικές του δυνατότητες να ζήσει αυτόνομα…

Θέλαμε να του αφήσουμε ολόκληρη τη μικρή ζωή του, το μόνο και μοναδικό πλούτο του, για να μπορέσει να ανακαλύψει την αγάπη μας… Παρά τη λύπη που μας διακατείχε, να μπορέσουμε να αγαπήσουμε μέχρι τέλους αυτόν, τον πληγωμένο της ζωής, να επιλέξουμε να τον κρατήσουμε έτσι όπως είναι, με τον πλούτο της παρουσίας του και το βάρος της αναπηρίας του…

Εμείς ήμασταν εκεί για να τον συνοδεύσουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε στη ζωή του…

Έπρεπε να τον αφήσουμε να φύγει… Αποδεχτήκαμε το γεγονός ότι δεν μπορούσαμε να τον σώσουμε. Προετοιμάσαμε κι αυτόν γι αυτό που τον περίμενε, του είπαμε να μην φοβάται, τον βεβαιώσαμε ότι ποτέ δεν θα ήταν μόνος, αλλά ότι η αγάπη που ξεχείλιζε από την καρδιά μας θα τον ακολουθούσε μέχρι το δικό του «μετά»…

Ο Εμμανουήλ απόκτησε την υπόσταση του προσώπου γιατί κάποιοι τον αγάπησαν, γιατί σε κάποιων το βλέμμα παρέμεινε ένα ζωντανό πλάσμα, μία προσωπική ύπαρξη που δεν μηδενίστηκε και δεν εξισώθηκε με την ασθένειά του...

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Πορταΐτισσας


Παναγία η Πορταΐτισσα


Η θαυματουργή Πορταΐτισσα, η εξέχουσα μεταξύ των θεομητορικών εικόνων του Άθω, ήταν αρχικά φυλαγμένη, καθώς διασώζει η παράδοση, στη μικρασιατική Νίκαια. Μια ευσεβής γυναίκα με τον μοναχογιό της την είχαν τοποθετήσει μέσα στην ιδιόκτητη εκκλησία τους και την τιμούσαν.

Στα χρόνια της δεύτερης εικονομαχίας βασιλικοί κατάσκοποι ανακάλυψαν την εικόνα και απείλησαν τη γυναίκα πως θα τη σκοτώσουν αν δεν τους δωροδοκήσει. Εκείνη υποσχέθηκε ότι την επομένη θα τους έδινε τα χρήματα. Και νύχτα, αφού προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα, τη σήκωσε με ευλάβεια, κατέβηκε στην παραλία και την έριξε στη θάλασσα λέγοντας:

- Δέσποινα Θεοτόκε, εσύ έχεις τη δύναμη κι εμάς να διασώσεις από τη οργή του βασιλιά, αλλά και την εικόνα σου από τον καταποντισμό.

Τότε πραγματικά έγινε κάτι θαυμαστό. Η θαυματουργή εικόνα στάθηκε όρθια στα κύματα και κατευθύνθηκε προς τη δύση. Συγκινημένη η γυναίκα από το γεγονός γυρίζει στον γιο της και του λέει:

-Εγώ, παιδί μου, για την αγάπη της Παναγίας είμαι έτοιμη να πεθάνω. Εσύ να φύγεις. Να πας στην Ελλάδα.

Χωρίς αργοπορία το παιδί ετοιμάστηκε και ξεκίνησε για τη Θεσσαλονίκη, κι από κει για τον Άθωνα, όπου εμόνασε. Σαν μοναχός ασκήτεψε στον τόπο που αργότερα ιδρύθηκε η μονή των Ιβήρων. Αυτό ήταν οικονομία Θεού, γιατί έτσι πληροφορήθηκαν οι άλλοι μοναχοί το ιστορικό της θαυματουργής εικόνας.

Πέρασε καιρός. Ο μοναχός από τη Νίκαια πέθανε, και το μοναστήρι των Ιβήρων ιδρύθηκε και ολοκληρώθηκε. Ήταν βράδυ, όταν οι μοναχοί αντίκρυσαν ένα παράξενο θέαμα: Ένα πύρινο στύλο που ξεκινούσε από τη θάλασσα κι έφθανε στον ουρανό.

Το όραμα συνεχίστηκε ημέρες και νύχτες. Κατεβαίνουν οι αδελφοί στην παραλία και βλέπουν με θαυμασμό στη βάση του πύρινου στύλου μια εικόνα της Θεοτόκου. Όσο όμως την πλησίαζαν εκείνη απομακρυνόταν. Συγκεντρώθηκαν τότε στην εκκλησία και παρακάλεσαν με δάκρυα τον Κύριο να χαρίσει στο μοναστήρι τους τον ανεκτίμητο αυτό θησαυρό.

Μεταξύ των μοναχών υπήρχε ένας ευλαβής ασκητής, που λεγόταν Γαβριήλ. Σ΄ αυτόν παρουσιάζεται η Παναγία και του λέει:

- Να πεις στον ηγούμενο και στους αδελφούς ότι θα σας παραδώσω την εικόνα μου, για να σας προστατεύει. Θα μπεις κατόπιν στη θάλασσα, θα περπατήσεις πάνω στα κύματα, κι έτσι θα καταλάβουν όλοι την εύνοιά μου για το μοναστήρι σας.

Έτσι κι έγινε. Ο π. Γαβριήλ περπάτησε πάνω στη θάλασσα σαν σε στερεά γη, παρέλαβε με ευλάβεια τη θαυματουργή εικόνα και επέστρεψε στην παραλία. Εκεί συγκεντρωμένοι όλοι οι μοναχοί της επιφύλαζαν τιμητική υποδοχή. Ύστερα την παρέλαβαν και την τοποθέτησαν στο ιερό βήμα του καθολικού.

Όταν την επομένη ο εκκλησιαστικός πήγε ν΄ ανάψει τα καντήλια, η εικόνα έλειπε. Ερεύνησε παντού και την ανακάλυψε στο τείχος, πάνω από την πύλη της μονής. Την επανέφεραν στο καθολικό, αλλά η εικόνα έφυγε και πάλι. Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Τέλος η Παναγία παρουσιάζεται στον γέροντα Γαβριήλ και του λέει:

- Να πεις στους αδελφούς να μη μ΄ ενοχλούν. Δεν ήλθα εδώ για να φυλάγομαι από σας, αλλά να σας φυλάω. Όσοι ζείτε στο Όρος τούτο ενάρετα, να ελπίζετε στην ευσπλαχνία του Υιού μου. Γιατί, όσο υπάρχει η εικόνα μου μέσα στη μονή σας, η χάρη και το έλεός Του θα σας επισκιάζουν πάντοτε.

Ύστερα απ΄ αυτό οι μοναχοί έχτισαν παρεκκλήσι κοντά στην πύλη κι εκεί τοποθέτησαν την ιερή εικόνα.

Πράγματι η Πορταΐτισσα, καθώς υποσχέθηκε, προστατεύει τη μονή και οικονομεί κάθε της ανάγκη.



Η θεραπεία της πριγκίπισσας. Το 1651 οι 365 ιβηρίτες μοναχοί δοκίμαζαν οικονομική στενότητα, για αυτό ανέθεσαν στη Θεοτόκο να μεριμνήσει για τη συντήρησή τους. Αμέσως η φιλόστοργη Μητέρα έτρεξε για εξεύρεση πόρων με το ακόλουθο χαριτωμένο θαύμα.

Εκείνη την περίοδο ήταν βαριά άρρωστη η κόρη του τσάρου της Ρωσίας Αλεξίου Μιχαήλοβιτς. Τα πόδια της ήταν παράλυτα και για τους γιατρούς αθεράπευτα.

Τη θλίψη της πριγκίπισσας και των βασιλέων γονέων της έρχεται τώρα να μεταβάλει σε χαρά η θαυματουργή Πορταΐτισσα. Παρουσιάζεται μια νύχτα στον ύπνο της, κι αφού της έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε να τη θεραπεύσει της λέει:

- Να πεις στον πατέρα σου να φέρει από τη μονή των Ιβήρων την εικόνα μου την Πορταΐτισσα.

Το πρωί η άρρωστη διαβίβασε την εντολή κι αμέσως ξεκίνησε έκτακτη αποστολή, για να μεταφέρει στους ιβηρίτες μοναχούς την επιθυμία του τσάρου. Εκείνοι φοβήθηκαν μήπως η εικόνα δεν επιστραφεί, και αποφάσισαν να στείλουν ένα πιστό αντίγραφο με τιμητική συνοδεία τεσσάρων ιερομονάχων.

Μόλις μαθεύτηκε ο ερχομός της σεπτής εικόνας στη Μόσχα, η πόλη άδειασε. Όλοι, βασιλείς και λαός, έτρεξαν να την προϋπαντήσουν. Στ΄ ανάκτορα όμως η πριγκίπισσα κοιτόταν στο κρεβάτι, χωρίς να γνωρίζει τίποτε. Κάποια στιγμή ζήτησε τη μητέρα της και τότε πληροφορήθηκε το μεγάλο γεγονός.

- Τι; φώναξε. Έρχεται η Παναγία, κι εμένα με άφησαν εδώ;

Πηδά αμέσως από το κρεβάτι, ντύνεται και τρέχει να υποδεχθεί κι εκείνη την Παναγία. Ο κόσμος είδε την παράλυτη πριγκίπισσα και τα έχασε. Η συγκίνηση κορυφώθηκε, όταν από την άλλη μεριά έφθασε η αγία εικόνα κι έγινε η τελετή της υποδοχής και της προσκυνήσεως.

- Μεγαλειότατε, είπαν οι απεσταλμένοι, προσφέρουμε τη σεπτή αυτή εικόνα σαν δώρο στο ευσεβές ρωσικό έθνος.

- Σας ευχαριστώ, είπε συγκινημένος ο τσάρος. Σε ένδειξη της ευγνωμοσύνης μου σας παραχωρώ μία από τις καλύτερες μονές της πρωτεύουσας, τον άγιο Νικόλαο. Επίσης ετήσιο επίδομα από 2.500 ρούβλια, ατέλεια σε ο,τι εισάγετε από τη χώρα μου, καθώς και δωρεάν μετακίνηση των απεσταλμένων σας.

Το μετόχι αυτό παρέμεινε στην κυριότητα της μονής Ιβήρων μέχρι το 1932 και της εξασφάλιζε τόσες προσόδους, ώστε κάλυπτε όλες σχέδον τις υλικές της ανάγκες.



Ο πεινασμένος οδοιπόρος. Η μονή των Ιβήρων είναι πολύ φιλόξενο μοναστήρι. Αυτό αποδίδεται και στο ακόλουθο περιστατικό:

Ένας φτωχός εργάτης, κουρασμένος από τον δρόμο, έφθασε το μεσημέρι πεινασμένος στην πύλη της μονής. Ζητήσε μόνο λίγο ψωμί από τον πορτάρη, γιατί βιαζόταν να συνεχίσει την πορεία του.

Ο πορτάρης, άγνωστο γιατί, δεν του έδωσε, οπότε ο φτωχός αναστέναξε βαθιά κι έφυγε νηστικός.

Ανεβαίνοντας προς τις Καρυές, σταμάτησε για λίγο στη σκια ενός δέντρου. Λυπημένος και κουρασμένος καθώς ήταν, ξάπλωσε καταγής.

Ξεφνικά ακούει βήματα να πλησιάζουν. Ανασηκώνεται και βλέπει κοντά του μια γυναίκα μ΄ ένα βρέφος στην αγκαλιά. Με ύφος συμπαθητικό και φωνή γλυκειά τον ερωτά:

- Τι έχεις; Μήπως είσαι άρρωστος;

- Όχι, απάντησε εκείνος, αλλα πεινώ. Παρακάλεσα τον θυρωρό της μονής Ιβήρων να μου δώσει ψωμί, αλλά δεν μου έδωσε.

- Άκου, παιδί μου. Δεν πρέπει να παραπονείσαι για τον θυρωρό. Θυρωρός της μονής αυτής είμαι εγώ. Να επιστρέψεις αμέσως και να ζητήσεις ψωμί εκ μέρους μου. Κι αν δεν σου δώσουν, πλήρωσέ το μ΄ αυτά τα χρήματα. Σε περιμένω εδώ.

Λέγοντας αυτά έδωσε στον εργάτη τρία φλουριά. Εκείνος, ανύποπτος για όσα έβλεπε και άκουγε, ξεκίνησε για το μοναστήρι. Χτύπησε την πύλη και κρατώντας επιδεικτικά τα χρήματα ζήτησε και πάλι από τον θυρωρό ψωμί, χωρίς να παραλείψει ν΄ αναφέρει τη συνομιλία με τη γυναίκα.

Όταν άκουσε ο μοναχός για γυναίκα και είδε τα σπάνια νομίσματα, κατάλαβε ότι πρόκειται για θαύμα. Χτύπησε την καμπάνα, συγκεντρώθηκαν οι αδελφοί και άκουσαν με θαυμασμό το παράδοξο γεγονός.

Διαπίστωσαν μάλιστα ότι τα νομίσματα εκείνα ήταν αφιερωμένα πριν από πολλά χρόνια στη θαυματουργή εικόνα. Βλέποντας όμως η Παναγία την ανάγκη του φτωχού, τα παρέλαβε και του τα έδωσε με μητρική ευσπλαχνία.

Οι μοναχοί με φόβο και ευλάβεια τα επανέφεραν στην αγία εικόνα της Πορταΐτισσας, η οποία με το θαύμα αυτό τους δίδαξε τη μεγάλη αρετή της φιλοξενίας.



Από το βιβλίο
«Εμφανίσεις και θαύματα της ΠΑΝΑΓΙΑΣ»
Της Ιεράς Μονής Παρακλήτου.

Κύριε, δεν είμαι άξιος να σε δεχτώ στο σπίτι μου


Μόλις μπήκε ο Ιησούς στην Καπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος και τον παρακαλούσε μ΄ αυτά τα λόγια: «Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι, παράλυτος, και υποφέρει φοβερά». Ο Ιησούς του λέει: «Εγώ θα έρθω και θα τον θεραπεύσω». Ο εκατόνταρχος του αποκρίθηκε: «Κύριε, δεν είμαι άξιος να σε δεχτώ στο σπίτι μου· πες όμως ένα λόγο, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου. Είμαι κι εγώ άνθρωπος κάτω από εξουσία, και έχω στρατιώτες στη διοίκησή μου· λέω στον ένα «Πήγαινε» και πηγαίνει, και στον άλλο «έλα» και έρχεται, και στο δούλο μου «κάνε αυτό» και το κάνει». Όταν τον άκουσε ο Ιησούς, θαύμασε και είπε σ΄ όσους τον ακολουθούσαν: «Σας βεβαιώνω πως τόση πίστη ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες δε βρήκα. Και σας λέω, πως θα ΄ρθουν πολλοί από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, το Ισαάκ και τον Ιακώβ στο τραπέζι της βασιλείας των ουρανών, ενώ οι κληρονόμοι της βασιλείας θα πεταχτούν έξω στο σκοτάδι· εκεί θα κλαίνε, και θα τρίζουν τα δόντια τους». Ύστερα είπε στον εκατόνταρχο ο Ιησούς: «Πήγαινε, κι ας γίνει αυτό που πίστεψες». Και γιατρεύτηκε ο δούλος εκείνη την ώρα.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε


Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε· εν ω γαρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, και εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν। τι δε βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε εν τω σω οφθαλμώ δοκόν ου κατανοείς; ή πως ερείς τω αδελφώ σου, άφες εκβάλω το κάρφος από του οφθαλμού σου, και ιδού η δοκός εν τω οφθαλμώ σου; υποκριτά, έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ του οφθαλμού σου, και τότε διαβλέψεις εκβαλείν το κάρφος εκ του οφθαλμού του αδελφού σου. Μη δώτε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αυτούς εν τοις ποσίν αυτών και στραφέντες ρήξωσιν υμάς. Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν· πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεαι.